Ρεπορτάζ για την Κύπρο σε αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο – Βίντεο

Η αμερικανική δημόσια ραδιοτηλεόραση PBS, που έχει ως έδρα το Arlington, σε δεκάλεπτο ρεπορτάζ της για την Κύπρο προβάλλει το θέμα της ασφάλειας ως το σημαντικότερο εμπόδιο για την εξεύρεση ειρηνικής λύσης του κυπριακού προβλήματος. Το σχετικό ρεπορτάζ αναρτήθηκε και στην ιστοσελίδα του καναλιού.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα (για τη λύση του Κυπριακού), και οι δύο πλευρές συμφωνούν, είναι η ασφάλεια. Η Τουρκία εξακολουθεί να έχει περίπου 35 χιλιάδες στρατεύματα που σταθμεύουν στο βόρειο τμήμα της Κύπρος», αναφέρει ο δημοσιογράφος Christopher Livesay, που επιμελήθηκε το ρεπορτάζ.

Για τους σκοπούς του ρεπορτάζ επισκέφτηκε την Κύπρο ο δημοσιογράφος Christopher Livesay, ο οποίος συνομίλησε με τον Υπουργό Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ιωάννη Κασουλίδη και τον τουρκοκύπριο διαπραγματευτή Οζντίλ Ναμί.

Ο διαπραγματευτής Οζντίλ Ναμί, απαντώντας σε ερωτήσεις του Christopher Livesay ανέφερε ότι οι τουρκοκύπριοι, για να αισθάνονται ασφαλείς απαιτούν την παραμονή στο νησί αριθμού τουρκικών στρατευμάτων. «Δεν βλέπετε ότι η παραμονή τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο δεν είναι αποδεκτή από την ελληνοκυπριακή πλευρά;», ρώτησε ο δημοσιογράφος τον κ. Ναμί. Ο τουρκοκύπριος διαπραγματευτής απάντησε αρνητικά για να προσθέσει ότι «υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι παροχής ασφάλειας για όλους τους εμπλεκόμενους».

Από δικής του σκοπιάς ο Υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου, Ιωάννης Κασουλίδης, τόνισε ότι για την Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι αποδεκτή η παραμονή τουρκικών στρατευμάτων στο νησί, μετά τη λύση του Κυπριακού. Σε παρατήρηση του δημοσιογράφου, ότι τα τουρκικά στρατεύματα εγγυώνται την ασφάλεια της τουρκικής μειονότητας, ο κ. Κασουλίδης απάντησε με ερώτηση:. «Καλά, γιατί δεν αναθέτετε στα ρωσικά στρατεύματα τη διασφάλιση της ρωσικής μειονότητας στα κράτη της Βαλτικής;», ήταν η απάντηση του κ. Κασουλίδη.

Στο σχετικό ρεπορτάζ προβάλλονται εικόνες από την γραμμή αντιπαράταξης, τη λεγόμενη «πράσινη γραμμή» στη Λευκωσία και γίνεται αναφορά στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974. «Το 1974, η κατάσταση ξέφυγε εκτός ελέγχου. Ενθαρρυμένοι από την Αθήνα, Έλληνες πολιτοφύλακες προσπάθησαν να ενώσουν την Κύπρο με την Ελλάδα. Για να αποτρέψει αυτό το ενδεχόμενο, η Τουρκία πραγματοποίησε εισβολή στην Κύπρο με πρόσχημα την προστασία της τουρκικής μειονότητας», αναφέρει ο δημοσιογράφος, ο οποίος συνομίλησε με έναν τουρκοκύπριο και μία ελληνοκύπρια, για την πιθανότητα εξεύρεσης ειρηνικής λύσης του Κυπριακού.

Η ελληνοκύπρια Ρίτα Σεβέρη, ιδιοκτήτρια μουσείου τέχνης στη Λευκωσία, τονίζει χωρίς περιστροφές ότι αν οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι αφεθούν μόνοι της, χωρίς παρεμβάσεις από τις «μητέρες πατρίδες» (την Ελλάδα και την Τουρκία) η ειρηνική λύση θα είναι δυνατή. «Αν αυτό δεν συμβεί τώρα, μέσα σε αυτό το χρόνο, δεν θα συμβεί ποτέ. Έτσι αισθάνομαι, είτε είναι τώρα ή ποτέ»,, τονίζει.

Υπέρμαχος της ειρηνικής λύσης εμφανίζεται και ο Τουρκοκύπριος Abdullah Cangil. Κατάγεται από το νότιο μέρος του νησιού αλλά μετακινήθηκε στο βόρειο κατεχόμενο μέρος του νησιού, μετά την τουρκική εισβολή και την κατάληψη του 40% του κυπριακού εδάφους. Ο Abdullah Cangil ζει τώρα σε κατοικία στην επαρχία Κερύνειας, που ανήκει σε Ελληνοκύπριο πρόσφυγα. «Ήμουν 24 ετών όταν ήρθα εδώ και τώρα είμαι 67». 0 Cangil λέει ότι επένδυσε χρήματα «Τοποθέτησε πισίνα. Φύτεψε ένα άλσος με πορτοκαλιές», αναφέρει ο δημοσιογράφος. Ωστόσο, ο Cangil ομολογεί ότι το σπίτι δεν είναι δικό του. «Ζω εδώ 43 χρόνια, αλλά ποτέ δεν σκέφτονται αυτό το σπίτι είναι δικό μου, βλέπετε, γιατί δεν είναι δικό μου», λέει, για να προσθέσει ότι χάρη της ειρήνης θα εγκατάλειπε το σπίτι όπου διαμένει.

Στο ρεπορτάζ γίνεται αναφορά και στη φιλική σχέση που διατηρεί ο Cangil με τον Ελληνοκύπριο στον οποίο ανήκει το σπίτι όπου διαμένει, στα κατεχόμενα. Οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στις ελεύθερες περιοχές και η συνάντησή τους καταγράφηκε από τη κάμερα του καναλιού.

Ο Cangil τονίζει ότι χωρίς λύση του Κυπριακού η τουρκική μειονότητα στην Κύπρο δεν έχει μέλλον. Θα παραμείνει απομονωμένη από τον έξω κόσμο και οι Τουρκοκύπριοι νέοι θα μεταναστεύουν στο εξωτερικό, αναζητώντας καλύτερο μέλλον, τονίζει.