Επιχειρήσεις των ΗΠΑ, μέσω Κύπρου, για μεταφορά υπόπτων για τρομοκρατία

Η Κύπρος ήταν ένα από τους πλέον βασικούς άξονες του παγκόσμιου δικτύου μεταφοράς υπόπτων για τρομοκρατία, που έθεσαν σε εφαρμογή οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, μεταξύ των ετών 2001 έως 2005. Για την υλοποίηση αυτού του προγράμματος φέρονται να συνεργάστηκαν 54 κράτη, ορισμένα από τα οποία θεωρούνται δημοκρατικά, άλλα δικτατορικά και άλλα εχθρικά προσκείμενα προς τις ΗΠΑ.

Η σχετική πληροφορία περιέχεται σε δημοσίευμα της εφημερίδας Washington Post. Το δημοσίευμα στηρίζεται σε έρευνες της Rebecca Cordell και του Max Fisher.

Όπως αναφέρεται στο σχετικό δημοσίευμα: Από το 2001 έως το 2005 ο Ηνωμένες Πολιτείες έθεσαν σε εφαρμογή ένα παγκόσμιο δίκτυο για τη μεταφορά υπόπτων για τρομοκρατία σε μυστικές τοποθεσίες κράτηση σε όλο τον κόσμο. Ως τέτοιες τοποθεσίες αναφέρονται μυστικές φυλακές της CIA στην Ταϊλάνδη και τη Ρουμανία, όπου οι ύποπτοι ανακρίνονταν.

Οι επιχειρήσεις μεταφοράς υπόπτων για τρομοκρατία ήταν γνωστές ως «επιχειρήσεις έκτακτων παραδόσεων». Για τη μεταφορά χρησιμοποιούνταν ιδιωτικά στρατιωτικά αεροσκάφη για να τη διαφύλαξη της μυστικότητας.

Με βάση τις έρευνες που τεκμηριώνουν το δημοσίευμα της Washington Post, στα πλαίσια αυτής της επιχείρησης πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες πτήσεις. Η Κύπρος, η Γερμανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι οι χώρες στις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι πιο πολλές πτήσεις.

Με βάση το δημοσίευμα της Washington Post ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντ. Τραμπ, προτείνει την επανεκκίνηση των συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Εκφράζονται, ωστόσο, επιφυλάξεις για τη διάθεση ευρωπαϊκών κρατών για συνεργασία.

Στοιχεία για τις συγκεκριμένες πτήσεις δημοσιοποιήθηκαν κατά το 2011, στο πλαίσιο μιας δικαστικής διαμάχης, ανάμεσα σε δύο ιδιωτικές αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες. Τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο δικαστήριο, μετά την προσφυγή της εταιρείας Richmor Aviation για παραβίαση συμβολαίου εναντίον της εταιρείας Sports-flight, η οποία υπενοικίαζε αεροσκάφος σε μια τρίτη εταιρεία για να πραγματοποιεί τις μυστικές μεταφορές υπόπτων για τρομοκρατία, αποκαλύπτουν τις επιχειρήσεις της CIA με όλες τις λεπτομέρειες που αφορούν σε συγκεκριμένες πτήσεις, όπως δρομολόγια, κόστος και σχέδια πτήσης.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, η Sportsflight μίσθωνε από τη Richmor το αεροσκάφος τύπου Gulfstream IV, το οποίο είναι ιδιοκτησίας Αμερικανού επιχειρηματία έναντι 4.900 δολαρίων την ώρα, παρότι η τιμή για κάτι τέτοιο την περίοδο εκείνη ήταν 5.450 δολάρια την ώρα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το αεροπλάνο ήταν διαθέσιμο μέσα σε δώδεκα ώρες από τη στιγμή που το ζητούσε η Sportsflight. Εν συνεχεία, η Sportsflight παρείχε τις υπηρεσίες του αεροσκάφους στην ιδιωτική εταιρεία ασφάλειας DynCorp, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό της CIA. Οι λογαριασμοί για τις πτήσεις που πραγματοποιούνταν με το αεροσκάφος περνούσαν από τα χέρια των ανθρώπων της Sportsflight και μιας άλλης μεσιτικής εταιρείας, της Capital Aviation. Υπολογίζεται ότι η Richmor κέρδισε 6 εκατομμύρια δολάρια μέσα σε τρία χρόνια βάσει του συμβολαίου της με τη Sportsflight.

Με βάση τις ημερομηνίες και τα δρομολόγια ταυτοποιείται ότι μερικές πτήσεις με το εν λόγω αεροσκάφος, το οποίο άλλαξε αριθμό ουράς σε N227SV τον Οκτώβριο του 2004, ήταν αυτές που μετέφεραν στο Κάιρο τον Αμπού Ομάρ από το Μιλάνο, ο οποίος απήχθη από πράκτορες της CIA το 2003, και τον «εγκέφαλο» των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου στους Δίδυμους Πύργους, Χαλίντ Σεΐχ Μοχάμεντ. Ο τελευταίος, μετά τη σύλληψή του, υπεβλήθη στο βασανιστήριο του εικονικού πνιγμού περίπου 183 φορές μέσα σε έναν μήνα.

Στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις γίνεται αναφορά και σε έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Έκθεση του επιτρόπου για τα ανθρώπινα δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης καταγγέλλει τις κυβερνήσεις αρκετών ευρωπαϊκών χωρών για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη συνεργασία τους με το τις ΗΠΑ, για υλοποίηση των προαναφερθέντων επιχειρήσεων.

Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συνεργασία ΗΠΑ – ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, για παράδοση, κράτηση, μεταγωγή και ανάκριση σε μυστικές φυλακές υπόπτων για τρομοκρατία, οδήγησε σε αθρόες και συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.